Η Πόλις εάλω τη δεύτερη ώρα της ημέρας…

28 Μαΐου 2018 · Leave a Comment 1

Και την 29η Μαϊου, ημέρα Τρίτη και τις πρωινές ώρες, κατέλαβε την Πόλη ο αμηράς (Μωάμεθ Β). Την ίδια ακριβώς ώρα της άλωσης τραυματίστηκε θανάσιμα και πέθανε ο μακαρίτης ο αυθέντης μου κυρ Κωνσταντίνος ο βασιλιάς Παλαιολόγος. Εγώ, βέβαια, την ώρα του θανάτου του δεν ήμουν παρών (κοντά του), γιατί, εκτελώντας δική του διαταγή, επόπτευα κάποιο άλλο σημείο της Πόλης…

Το χρονικό της Άλωσης της Πόλης από τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα Γεώργιο Φραντζή ή Σφραντζής, ο πρωτοβεστιάριος, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος, Σφραντζής ήταν ο μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός αυτόπτης μάρτυρας της κοσμοϊστορικής κατάληψης. Οι άλλες τρεις βυζαντινές πηγές για το ψυχομαχητό της αυτοκρατορίας (Δούκας, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και Μιχαήλ Κριτόβουλος) στηρίζονται σε μαρτυρίες ή διηγήσεις τρίτων.

Η ιστορία του Σφραντζή υπό τον τίτλο «Χρονικόν» σώζεται σε δύο μορφές. Μία σύντομη, το «Μικρόν Χρονικόν» (Chronicon Minus) και μία πολύ εκτενέστερη το «Μεγάλον Χρονικόν» (Chronikon Majus). Το δεύτερο είναι περίπου πενταπλάσιο από το πρώτο, το οποίο και ενσωματώνει ολόκληρο. Από παλιά το μεγάλο χρονικό προκαλούσε πολλές συζητήσεις μεταξύ των βυζαντινολόγων για τη γνησιότητά του. Κυρίως λόγω των γλωσσικών διαφορών, αρκετών αντιφάσεων και ανακριβειών. Ώσπου τη δεκαετία του 1930 τεκμηριώθηκε ότι μεγάλα τμήματά του ήταν μεταγενέστερες παρεμβολές.

Αποσπάσματα από το “Χρονικόν”

την 4η του μηνός Απριλίου του ιδίου έτους (1453) επέλασε ο αμηράς πολιορκώντας την με κάθε τρόπο και πολιορκητές μηχανές από ξηρά και θάλασσα, αφού περικύκλωσε τα 18 μίλια της Πόλης με 400 πλεούμενα, μικρά και μεγάλα, και με 200.000 άνδρες από τη στεριά. Αντίθετα η Πόλη αντιπαρέταξε μόλις 4.773 άνδρες, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι ξένοι των οποίων ο αριθμός ανερχόταν σε 2.000 περίπου…

Ύστερα οι εχθροί ανέβηκαν σωρηδόν στα τείχη και διασκόρπισαν τους δικούς μας. Εγκατέλειψαν τα εξωτερικά τείχη και έμπαιναν από την πύλη καταπατώντας ο ένας τον άλλον. Αυτά γίνονταν όταν σηκώθηκε φωνή και από μέσα και από έξω και από τη μεριά του λιμανιού.

Εάλω το φρούριον και τα στρατηγεία και την σημαία άνωθεν εν τοις πύργοις έστησαν (οι Τούρκοι) και αυτή η κραυγή έτρεψε τους δικούς μας σε φυγή και ζωντάνεψε τους εχθρούς μας, οι οποίοι με ενθουσιασμό και με αλαλαγμούς, χωρίς πια κανένα φόβο, ανέβαιναν όλοι τους τα τείχη…

Έτσι οι εχθροί έγιναν κύριοι της πόλης την Τρίτη 29 Μαΐου, τη δεύτερη ώρα της ημέρας, του έτους 6961 (1453). Και παραδίδονταν, τους αιχμαλώτιζαν ή τους άρπαζαν ζωντανούς.

Όσοι πιάνονταν ανθιστάμενοι, αυτοί σφάζονταν. Και η γη σε μερικά μέρη δεν φαινόταν καθόλου από τους πολλούς νεκρούς…

Μόλις έπεσε η Πόλη, ο αμηράς μπήκε μέσα ευθύς, με κάθε σπουδή, ζητούσε τον βασιλέα και δεν είχε τίποτε άλλο στον νου του παρά να μάθει αν ζει ή αν πέθανε…

Το μαθε ο αμηράς και ευφράνθηκε και ήταν περιχαρής. Με προσταγή του οι παρευρισκόμενοι εκεί Χριστιανοί έθαψαν το βασιλικό σώμα με τιμές βασιλικές….

Το ψυχορράγημα της βασιλεύουσας

25-26 Μαΐου
Η φαντασία θέλει να εμφανίζονται διάφορες θεοσημίες. Συμβαίνουν δυσοίωνα. Πέφτει χαλάζι, γίνεται έκλειψη και άλλα περίεργα. Ο Μωάμεθ προετοιμάζεται και αποφασίζει την τελική τουρκική επίθεση. Αυτή ορίζεται για τις 29 Μαΐου.

27 Μαΐου
Ο Μωάμεθ «έδωσε διαταγή όλη εκείνη τη νύχτα και την επομένη μέρα να ανάψουν λαμπάδες, να μείνουν νηστικοί όλη τη μέρα και να λουστούν επτά φορές, για να παρακαλέσουν τον θεό, νηστικοί και καθαροί, να τους δώσει τη νίκη…».

28 Μαΐου
Μωάμεθ και Κωνσταντίνος μιλούν στους στρατιώτες τους. «Σε τρεις μέρες η Πόλη θα είναι δική σας», υπόσχεται ο πρώτος. Ο αυτοκράτορας εμψυχώνει διαβεβαιώνοντας ότι «θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει ντροπιασμένος».

29 Μαΐου
«Ήταν φοβερό το θέαμα… Ποιος θα διηγηθεί όλη αυτήν τη φρίκη; Κανένα σημείο δεν έμεινε ανεξερεύνητο και αμόλυντo. Ω βασιλεύ Χριστέ μου, ελευθέρωσε από τέτοια θλίψη κάθε πόλη και χώρα όπου κατοικούν Χριστιανοί…».

Αποσπάσματα από δημοσίευμα του ΕΘΝΟΥΣ τον Μάιο του 2008.


Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες,
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.

Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες.
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας,
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα:
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια,
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε,
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.

Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια,
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».

Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες.

«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».


ΔΕΝ ΛΗΣΜΟΝΩ ΤΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

xoreytis.gr

 


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

fifteen + 19 =