Μωμοέρια, ένα έθιμο του Δωδεκαημέρου

26 Δεκεμβρίου 2017 · Leave a Comment 2

Έθιμο του Δωδεκαημέρου (Χριστούγεννα έως Θεοφάνια) με χορευτική, θεατρική και μουσική ομάδα σε παράλληλη δράση, προερχόμενο από την ορεινή Τραπεζούντα, που επιβιώνει σε οκτώ χωριά του Νομού Κοζάνης (Τετράλοφος, Άγιος Δημήτριος, Αλωνάκια, Σκήτη, Πρωτοχώρι, Κομνηνά, Ασβεστόπετρα, Καρυοχώρι).

Το έθιμο εγγράφηκε:

– στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2013.

– στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO το 2015

Το έθιμο των Μωμό’ερων (Μωμόγεροι συνηθίζουμε να το λέμε όμως δεν είναι γέροι, αλλά οι ιερείς του Μώμου) είναι καταγεγραμμένο σε πενήντα και πλέον παραλλαγές. Ωστόσο μία είναι η παραλλαγή που επιβιώνει χωρίς διακοπές, ενώ κάποιες από τις υπόλοιπες αναβιώνουν από διάφορους φορείς, αλλά όχι τακτικά.

Η παραλλαγή που μεταφέρθηκε από τον Πόντο στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923), είναι αυτή του χωριού Λιβερά της ορεινής Τραπεζούντας. Υπάρχουν και γραπτές μαρτυρίες της πρώτης προσφυγικής γενιάς για την τέλεση του δρωμένου στη Λιβερά. Η Λιβερά και η ευρύτερη περιοχή της ορεινής Τραπεζούντας (Ματσούκα) είχε πολλά προνόμια λόγω των τριών μεγαλύτερων μοναστηριών του Πόντου, που βρίσκονται στην περιοχή (Άγιος Ιωάννης Βαζελώνας, Παναγία Σουμελά, Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας). Από τη Λιβερά καταγόταν επίσης η Μαρία, μετέπειτα Γκιουλμπαχάρ, Ελληνίδα που έγινε σουλτάνα και βοήθησε σημαντικά στο να υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία στην περιοχή.

Έτσι, το έθιμο διατηρήθηκε και «μεταφέρθηκε» στην Ελλάδα. Οι Πόντιοι πρόσφυγες, ανάμεσα στα λιγοστά αντικείμενα που έφεραν στην Ελλάδα, ήταν εγκόλπια και περικεφαλαίες Μωμό΄ερων. Πραγματοποιείται από το 1924-25 στην Ελλάδα (ελάχιστες φορές δεν έχει πραγματοποιηθεί, όπως με τον πόλεμο το 1940). Η παραλλαγή της Λιβεράς επιβιώνει σήμερα κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου σε οκτώ κοινότητες (χωριά) του νομού Κοζάνης: Τετράλοφος, Αλωνάκια, Σκήτη, Άγιος Δημήτριος, Πρωτοχώρι, Ασβεστόπετρα, Καρυοχώρι, Κομνηνά. Οι ομάδες των Μωμό΄ερων βγαίνουν στους δρόμους του χωριού συνήθως δύο μέρες, από το πρωί μέχρι το βράδυ.



Οι Μωμό΄εροι, αποτελούνται από τη χορευτική (κορυφαίος-αρχηγός και χορευτές), τη θεατρική (αυτοσχέδιοι διάλογοι) και τη μουσική ομάδα (λύρα, αγγείον, νταούλι), όλοι μεταμφιεσμένοι.

Όλοι μαζί, με φωνές, κραυγές, θορύβους από κουδούνια, βήματα χορού, μουσική, τραγούδια και παράλληλη δράση όλων των θεατρικών προσώπων, όχι μόνο προκαλούν το ενδιαφέρον του κοινού που τους ακολουθεί από σπίτι σε σπίτι, αλλά επιδιώκουν και τη συμμετοχή του κοινού στις πολλαπλές παράλληλες δράσεις.

Οι Μωμό΄εροι, ντυμένοι με περικεφαλαίες, φουστανέλλες και κρατώντας ξύλα στα χέρια, χορεύοντας και τραγουδώντας επισκέπτονται ένα προς ένα τα σπίτια του χωριού. Ανάμεσά τους και σε επικοινωνία με τους θεατές είναι η θεατρική ομάδα, αποτελούμενη μόνο από άντρες: δύο νύφες που προσπαθεί να τις κλέψει ο κόσμος πληρώνοντας ένα αντίτιμο με την επιστροφή τους, ο γέρος, η γραία (γριά), ο διάβολον, ο άρκον (αρκούδα), ο γιατρός που εξετάζει τη νύφη και διαπιστώνει συνήθως την κακοποίησή της, ο τσανταρμάς (χωροφύλακας επί τουρκοκρατίας) κ.ά.. Τα μουσικά όργανα που τους συνοδεύουν είναι λύρα, αγγείον (γκάιντα) και νταούλι. Το σύνολο της χορευτικής, θεατρικής και μουσικής ομάδας κάθε χωριού είναι περίπου 30 άτομα και η πομπή τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα θέατρο δρόμου (streettheatre) που χορεύοντας και τραγουδώντας σατιρίζει πρόσωπα και καταστάσεις.

Τα πέντε από τα οκτώ χωριά ανήκουν πια στο Δήμο Κοζάνης (με τις συνενώσεις των κοινοτήτων), ενώ τα άλλα τρία στο Δήμο Εορδαίας, σε μια περιοχή με έντονο το ντόπιο κοζανίτικο στοιχείο (Φανοί και άλλα έθιμα). Οι φορείς του εθίμου, οι κάτοικοι των οκτώ χωριών, τελούν το δρώμενο τόσο για ψυχαγωγικούς, όσο και για ευετηριακούς λόγους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ξενιτεμένων που παρακαλούν τους συγχωριανούς τους να περάσουν οι Μωμό΄εροι και από την αυλή του δικού τους σπιτιού, κι ας μην υπάρχει κάποιος να τους υποδεχτεί. Το έθιμο πέρασε ήδη στην τέταρτη γενιά στον ελλαδικό χώρο και συνεχίζει να τελείται με αμείωτο το ενδιαφέρον, τόσο των συντελεστών, όσο και των επισκεπτών.

Ο χώρος τέλεσης του εθίμου είναι οι δρόμοι, οι πλατείες, τα σταυροδρόμια και οι αυλές των σπιτιών του κάθε χωριού. Η πομπή ξεκινάει συνήθως από την πλατεία ή από το σύλλογο και υπάρχει προσχεδιασμένη πορεία. Είναι σημαντικό οι Μωμό΄εροι να περάσουν από όλα τα σπίτια του χωριού. Στην αυλή του κάθε σπιτιού, τους περιμένει στολισμένο τραπέζι με πλούσια εδέσματα, τσίπουρο, κρασί και παραδοσιακά γλυκά.

Οι Μωμό΄εροι, δηλαδή οι δώδεκα χορευτές, έχουν ειδική ενδυμασία.Φορούν «περικεφαλαία», παρόμοια της αρχαίας ελληνικής, «πουκάμισο», «γιλέκο σταυρωτό», είδος «φουστανέλλας» μέχρι το γόνατο, μάλλινες «περικνημίδες» πλεκτές ή «ορτάρια» (πλεκτές κάλτσες), «τσαρούχια», «ταραπολόζ΄» (ζωνάρι) μεταξωτό, «ξύλινο ραβδί» (ματσούκι). Στο στήθος φορούσαν πολλές σειρές αλυσίδες, ρολόι και εγκόλπιο.

Ειδικά ενδύματα απαιτούνται και για τους θεατρικούς ρόλους της ομάδας, τις δύο «νύφες», τον «γέρον», την «γραία», τον «διάβολον», τον «γιατρόν», τον «άρκον» (όπου υπάρχει), το «καμέλ» (όπου υπάρχει), τον «τσανταρμά» (χωροφύλακας-δικαστής). Όλους τους ρόλους υποδύονται άντρες, οπότε και τα μεγέθη των ενδυμασιών είναι ανάλογα (π.χ. τα νυφικά).

Τα εδέσματα προσφέρονται, δεν πωλούνται. Τα ετοιμάζει η κάθε σπιτονοικοκυρά και ποικίλουν από σπίτι σε σπίτι. Απαραίτητο είναι το τσίπουρο και συνηθέστερα τα «πιροσκί», το «περέκ΄» και τα «τσιριχτά», είδη ποντιακών ζυμαρικών.



Το έθιμο μεταφερόμενο από τον Πόντο στην Ελλάδα, απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Η πρώτη προσφυγική γενιά ένιωσε την ανάγκη να το συνεχίσει σχεδόν αμέσως μετά την εγκατάσταση στη Μακεδονία. Υπάρχουν προφορικές μαρτυρίες ότι τελέστηκε από την πρώτη χρονιά (1924) και φωτογραφίες από το 1926. Από τότε και μέχρι σήμερα  το έθιμο πέρασε στην τέταρτη προσφυγική γενιά με ελάχιστες εξαιρέσεις διακοπής του (γερμανική κατοχή, εμφύλιος, δικτατορία). Είναι έντονες ακόμη στις συζητήσεις των νεότερων οι αναμνήσεις της πρώτης γενιάς, κι ας μην τους γνώρισαν όλοι. Ξέρουν, όμως, ακόμη και οι νεότεροι ποιος ήταν ο καλύτερος «γέρος» που ήρθε από τον Πόντο ή ο πιο δυναμικός «αρχηγός». Γνωρίζουν καλά ποιοι ήταν οι ξακουστοί μουσικοί, πρώτης και δεύτερης γενιάς και παίζουν τις «μελωδίες» τους. Κάθε ένας από τους παλαιότερους που συμμετείχε στο έθιμο, θεωρεί ηθικό χρέος οι γιοι του να είναι συνεχιστές και προσπαθεί να τους μεταδώσει την αγάπη του για το έθιμο από την παιδική κιόλας ηλικία. Αντιστοίχως, η προσμονή του κάθε παιδιού είναι να συμμετάσχει στο έθιμο, όταν ενηλικιωθεί. Ο καθένας έχει εικόνες των Μωμό΄ερων από την παιδική του ηλικία και έχει ακούσει πολλές διηγήσεις από τους παππούδες του.

Οι τελεστές του εθίμου πιστεύουν πως αυτό προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα. Άλλοι θεωρούν ότι είναι ένα είδος διθυράμβου, λόγω του «διαλόγου» ανάμεσα στον «αρχηγό-Μωμό΄ερο» και της ομάδας των Μωμό΄ερων, αλλά και λόγω των αυτοσχεδιασμών ανάμεσα στη θεατρική ομάδα και στους θεατές.

Ανάμεσα στις διηγήσεις των τελεστών, ξεχωρίζουν δύο εκδοχές. Η μία αφηγείται πως οι δώδεκα Μωμό΄εροι είναι οι ιερείς του Μώμου, θεού του γέλιου και της σάτιρας, η προσωποποίηση της μομφής και της κατηγορίας. Οι μελετητές του εθίμου υποστηρίζουν πως σύμφωνα με τον Πλάτωνα, άριστο ήταν το έργο που ο Μώμος δεν είχε τίποτα να πει («ο αεί επιζητών και μηδέν των άλλων ικανόν νομίζων, αλλ΄ενδείν του κρείττονος, αεί παν οτιούν λέγων και διασύρων»), καθώς «Μώμος» είναι αυτός που ψάχνει να βρει κουσούρι, άλλωστε είναι γνωστή η λέξη άμωμος, που σημαίνει ο χωρίς κουσούρια, ο τέλειος (μάλλον προέρχεται από το ομηρικό ρήμα μω, που σημαίνει αναζητώ, ψάχνω να βρω ελάττωμα). Έτσι και σήμερα, οι Μωμό΄εροι σατιρίζουν με τα δίστιχά τους και εξευμενίζουν τα «κουσούρια» των συγχωριανών τους.

Μια δεύτερη εκδοχή υποστηρίζει ότι οι Μωμό΄εροι συμβολίζουν τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται σε προφορικές διηγήσεις και σε κάποιες αναφορές των μελετητών του εθίμου. Πάντως, ο βαθιά ριζωμένος και βιωματικός χαρακτήρας του εθίμου απέτρεψε την εξάλειψή του, αναγκάζοντας ακόμη και την εκκλησία να το «ανεχτεί», ανάμεσα σε τρεις σημαντικές εορτές της Ορθοδοξίας (Χριστούγεννα, Αγίου Βασιλείου, Θεοφάνια).

Υπάρχει μια χαρακτηριστική περιγραφή του Χρ. Δημητριάδη στο περιοδικό σύγγραμμα «Ποντιακή Εστία» (1953) για την τέλεση του δρωμένου στη Λιβερά Τραπεζούντας, η οποία είναι ορόσημο για τον κάθε μελετητή ή τελεστή του εθίμου. Ανάμεσα στα άλλα αναφέρει :

«Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συγκεντρωνόταν ο όμιλος μπροστά στη Μητρόπολη στη Λιβερά και με την κραυγή «ωωω-χοχοχο», ξεκινούσαν για να περιδιαβούν όλα τα σπίτια του χωριού. Συνήθως άρχιζαν από τη συνοικία Φάλενα (που είναι στην άκρη του χωριού), από του Κολοθάντων, συνέχιζαν στην Κολενάταν, στη Ζάμενα, και κατόπιν στις ενορίες Χαντζουκά, Παραλίθ΄, Σεϊτανάντων και Κάστρον. Συνήθως την επόμενη μέρα πήγαιναν στην ενορία Μαγκάν και κατέληγαν στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, όπου έστηναν γλέντι.Όσα χρήματα μαζεύονταν τα παρέδιδε ο πολυχρονιστής στον Πρόεδρο της εκκλησιαστικής επιτροπής για να διατεθούν για τις αμοιβές των δασκάλων. Στο τέλος του διημέρου, μαζεύονταν όλοι οι όμιλοι των Μωμόγερων από τα γύρω χωριά (Καπίκιοϊ, Χατζάβερα, Δανίαχα, Κουσπιδί, Βερύζαινα) στο Τσεβιζλούκ (σημερινή Macka). Ήταν ένα θέαμα άνευ προηγούμενου, να βλέπει κανείς 150-200 φουστανελλοφόρους να χορεύουν και να τραγουδούν στις πλατείες…»




Με το πέρασμα του χρόνου, υπήρχαν παρεμβάσεις και απαγορεύσεις στο έθιμο. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο (1949) απαγορεύεται η μάσκα (στορέα) για λόγους ασφαλείας. Ενίοτε προστίθεται και η γραβάτα, ως σατιρικό στοιχείο των αστών. Το παραδοσιακό νυφικό (ζιπούνα) αντικαθίσταται σε κάποια χωριά με το κλασσικό νυφικό. Σήμερα η δομή του εθίμου είναι η ίδια και στα οκτώ χωριά, με μικρές παραλλαγές ως προς το βηματισμό και τα παραγγέλματα.

Αυτοσχέδιες παρεμβάσεις υπάρχουν ποικίλες, οι οποίες κρατούν το ενδιαφέρον των θεατών αμείωτο. Μια προγραμματισμένη παρέμβαση είναι να κλέψει κάποιος τη μία από τις δύο νύφες. Δύο Μωμό΄εροι τότε, κατ΄εντολή του αρχηγού τρέχουν προς αναζήτηση της νύφης και του απαγωγέα και δεν αργούν να τους ανακαλύψουν. Ο γιατρός εξετάζει τη νύφη και διαπιστώνει τη σεξουαλική της κακοποίηση. Το πρόστιμο είναι ανάλογο της οικονομικής κατάστασης του απαγωγέα, και ορίζεται από τον τσανταρμά που έχει ήδη συνωμοτήσει με το γιατρό. Η εξέταση της νύφης, που προσποιείται την ατιμασμένη, είναι μία από τις πιο κωμικές σκηνές του εθίμου και παρακολουθείται με μεγάλο ενδιαφέρον από το παρευρισκόμενο πλήθος. Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ο θίασος εντοπίσει παρευρισκόμενο θεατή με οικονομική άνεση ή ξένο, τον υποδεικνύει στη νύφη, η οποία (άντρας ων) «τον απαγάγει» κρατώντας τον στους ώμους της. Αυτό είναι ένα νεότερο στοιχείο που επινοήθηκε τα τελευταία χρόνια.

Πηγή Άντλησης Πληροφοριών :

http://ayla.culture.gr/μωμοερια_ενα_εθιμο_του_δωδεκαημερου

 

 

 

 




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

seventeen + 1 =