Σκυριανή Αποκριά – Ο Γέρος και η Κορέλα

13 Φεβρουαρίου 2017 · Leave a Comment Like

ΑΠΟΚΡΙΑ

Η λέξη αποκριά δηλώνει ολόκληρο το χρονικό διάστημα των τριών εβδομάδων του Τριωδίου, πριν αρχίσει η περίοδος νηστείας που οδηγεί στη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα. Από την προτελευταία Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, πήρε την ονομασία της ολόκληρη η περίοδος πριν από την Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της Σαρακοστής. Όλη αυτή η περίοδος ονομάζεται λαϊκά και χωρίς μεγάλη συνέπεια «αποκριά» ή «αποκριές» ή «απόκριες», δηλαδή μέρες αποχής από το κρέας.
Οι απόκριες είναι περίοδος χαράς και διασκέδασης, μια χαρούμενη παρένθεση,στην ρουτίνα της καθημερινότητας τόσο για τις μοντέρνες μεγαλουπόλεις όσο και για την ύπαιθρο όπου η διασκέδαση είναι παραδοσιακά εορταστική διατηρώντας τον παλιό μαγικό και συνάμα θρησκευτικό χαρακτήρα. Κύριο γνώρισμα της αποκριάς αποτελούν οι μεταμφιέσεις. Άλλοτε αυθόρμητες, άλλοτε συγκεκριμένες ανάλογα το έθιμο και την περιοχή.



ΣΚΥΡΙΑΝΗ ΑΠΟΚΡΙΑ

Στο νησί της Σκύρου, η αποκριά είναι ξεχωριστή με μια μοναδική περίεργη τριάδα μεταμφιεσμένων
που αποτελείται από τον «γέρο», την «κορέλα» και τον «φράγκο». Οι μεταμφιεσμένοι σχηματίζουν ομίλους που διασχίζουν το χωριό, δίνοντας με την παρουσία τους έναν τόνο χαράς και μυστηριακού μεγαλείου.

ΓΕΡΟΣ

Ο «γέρος» που είναι η κυρίαρχη μορφή της μασκαρεμένης συντροφιάς, παριστάνει γέρο-τσοπάνη ζωσμένο με κουδούνια. Κάτω φοράει άσπρο μάλλινο κοντοβράκι («κοντοβράτσι») των τσοπάνηδων, άσπρες υφαντές κάλτσες χωρίς πέλμα («τροχαδόκαλτσες») και πέτσινα σανδάλια («τροχάδια»). Οι «τροχαδόκαλτσες» καλύπτουν μόνο τις κνήμες και στερεώνονται κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες («καρτσδέτες»).
Στο πάνω μέρος του  σώματος, μέχρι τη μέση, φοράει την τσοπάνικη κάπα («καπότο»), μαύρου χρώματος, γυρισμένη ανάποδα για να είναι απέξω το μαλλιαρό μέρος και να φαίνονται οι μακριές τρίχες. Η κουκούλα του «καπότου» σκεπάζει το κεφάλι και στερεώνεται με τη μακριά υφαντή και κεντημένη ζώνη των βοσκών («ζουνάρι»), που πέφτει μπροστά στο στήθος. Στη ράχη παραχώνει κουρέλια ή μαξιλάρια για να σχηματιστεί καμπούρα. Το πρόσωπο το κρύβει με μάσκα («μτσούνα») από προβιά μικρού γιδιού με δύο τρύπες για τα μάτια. Στη μέση ζώνεται καμιά πενηνταριά τσοπάνικα κουδούνια που στερεώνονται από τους ώμους και στο χέρι κρατάει το τσοπάνικο στραβοράβδι στολισμένο στη λαβή με αγριολούλουδα. Ο τρόπος που δένονται τα κουδούνια στη ζώνη της μέσης είναι αρκετά έξυπνος, έτσι που να επιτρέπει να φοριούνται πολλά κουδούνια, χωρίς να στομώνουν από την επαφή τους με την κάπα. Οι άκρες του «καπότου» είναι γυρισμένες στη μέση για ν’ αφήνουν τελείως ελεύθερη τη μάζα των κουδουνιών. Κάθε κουδούνι κρατιέται από έναν κρίκο με τον οποίο φοριέται στα πρόβατα κι αυτοί οι κρίκοι είναι περασμένοι σ’ ένα σχοινί («λιτάρι») γύρω στη μέση, ώστε να κρέμονται ελεύθερα και να βροντούν καθώς ο «γέρος» χοροπηδάει.

Ο «γέρος» προχωρεί με ρυθμικούς βηματισμούς, κουνώντας τη μέση του, έτσι ώστε τα κουδούνια που είναι περασμένα σ’ αυτή, να δίνουν ήχους φοβερούς, αλλά ρυθμικούς κι εναλλασσόμενους. Κατά διαστήματα στέκεται και «σείεται», και τότε το κούνημα του κορμιού του είναι διαφορετικό, όπως και οι ήχοι των κουδουνιών.

 

ΚΟΡΕΛΑ

Η «κορέλα» είναι συνήθως άντρας ντυμένος με Σκυριανά γυναικεία ρούχα.
Κάτω φοράει μια κεντητή φούστα («σκούτα»), πάνω απ’αυτήν ένα άσπρο πλισεδένιο μεσοφόρι («κολοβόλι») και μια κεντημένη ποδιά. Στο πάνω μέρος του σώματος φοράει μεταξωτά πουκάμισα κι από πάνω χρυσοΰφαντο «μεντενέ». Στη μέση δένεται μια φαρδιά ζώνη που κλείνει με πόρπες («κλειδοτήρια»). Η «κορέλα» σκεπάζει το κεφάλι με κίτρινο μαντήλι απ’ το οποίο προβάλλουν ψεύτικες πλεξούδες μαλλιών με μεταξωτές κορδέλες και κρύβει το πρόσωπο με χάρτινη γυναικεία μουτσούνα. Στα πόδια φοράει «τροχάδια». Η «κορέλα» κρατάει στο χέρι ένα μαντήλι, που το κουνά, χορεύοντας γύρω από το «γέρο», όταν αυτός προχωρά, ή στέκεται και τραγουδά τον ιδιαίτερο αποκριάτικο σκοπό, που έχει τ’ όνομά της («της κορέλας»), όταν ο «γέρος» στέκεται, για να ξεκουραστεί, σείοντας πάντα τα κουδούνια του. Η ονομασία «κορέλα» προέρχεται ίσως από το «κόρη» ή μάλλον από το «κουρέλα» – στη Σκύρο το κουρέλι το λένε «κορέλι» – για την ατημελησιά και την προχειρότητα της αμφίεσης. Εξάλλου εμφανίζεται μάλλον σαν γυναίκα και όχι κόρη του «γέρου»



ΦΡΑΓΚΟΣ

Τέλος, ο «φράγκος» ντύνεται με κοινά «ευρωπαϊκά» παλιόρουχα (παντελόνι, σακάκι, φανέλα ή κάτι ανάλογο). «Ευρωπαϊκά» έλεγαν στη Σκύρο τις σύγχρονες ενδυμασίες σε αντίθεση με τις ντόπιες παραδοσιακές φορεσιές. Στο κεφάλι φοράει ό,τι καπέλο του αρέσει, ενώ το πρόσωπο το κρύβει με μια κοινή αποκριάτικη μουτσούνα. Απαραίτητο στοιχείο της κατά τα άλλα ελεύθερης μεταμφίεσης του, είναι ένα τσοπάνικο κουδούνι που κρεμιέται πίσω στη μέση κι ένα κοχύλι που κρατάει στο χέρι, το γνωστό στους ναυτικούς σαν «μπουρού», όπου φυσά διαρκώς όταν κουνιέται ασταμάτητα πειράζοντας όσους παρακολουθούν το θέαμα. Ο «φράγκος» ονομάστηκε έτσι γιατί είναι ο μόνος που δεν φοράει Σκυριανά ρούχα, αλλά «φράγκικα» (σακάκι – παντελόνι).

 

ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Η ομάδα συνήθως εμφανίζεται ενιαία. Το «γέρο» συνοδεύουν μία ή περισσότερες «κορέλες» κι ένας «φράγκος». Κατηφορίζουν μαζί τους δρόμους του χωριού κι όπου βρουν ξέφωτο στέκονται για να βροντήξει ο βαρυφορτωμένος «γέρος» τα κουδούνια του ή για να επιδοθεί στο αγαπημένο του παιχνίδι μαγκώνοντας τον κόσμο με το μακρύ στραβοράβδι του, να χορέψει η «κορέλα» τον αποκριάτικο χορό και να αστειευτεί ο «φράγκος» με τη «μπουρού» και τα πειράγματά του. Όταν σμίξουν δύο ή περισσότεροι «γέροι», στέκονται και συναγωνίζονται στο «σείσιμο» των κουδουνιών,σχεδόν μέχρι εξάντλησης. Όταν η ομάδα περιέλθει τους δρόμους και τελειώσει τις επισκέψεις της στα συγγενικά και φιλικά σπίτια, όπου πηγαίνει για να ξεκουραστεί και να κεραστεί, συνηθίζεται ν’ ανεβαίνει μέχρι το Κάστρο, όπου βρίσκεται το μοναστήρι του Άη Γιώργη, του πολιούχου του νησιού. Εκεί, χτυπά χαρούμενα την καμπάνα της εκκλησίας, θέτοντας έτσι, πανηγυρικά, τέρμα στη διασκέδαση.




ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Η τριάδα του «γέρου», της «κορέλας» και του «φράγκου» διατήρησε τη συνοχή και την εμφάνισή της μέσα στο χρόνο, δίπλα στις ποικίλες και μοντέρνες μεταμφιέσεις. Παλιότερα, εκτός από τα τρία αυτά μεταμφιεσμένα πρόσωπα, νέοι άνδρες της Σκύρου ντύνονταν «νυφάδες» ή «νύφες», δηλαδή φορούσαν Σκυριανές γαμήλιες στολές, και σε αντίθεση με τη βασική τριάδα, οι εκδηλώσεις τους ήταν σεμνές, κόσμιες και αθόρυβες. Αποτελούσαν έτσι μια ομάδα 5-10 ατόμων, στην οποία ήταν επικεφαλής, ένας άλλος προσωπιδοφόρος, με φουστανέλα ή βράκα και φέσι, επάργυρα πιστόλια και σπαθί, καλούμενος «γιανίτσαρης» ή «γενίτσαρης». Την ομάδα συνόδευε συνήθως ένας οργανοπαίκτης και την ακολουθούσε ένας «γέρος», που κυρίως φύλαγε τις «νυφάδες» και δεν επέτρεπε να τις πλησιάσουν, ώστε να μην προκληθούν ζημιές στις πολύτιμες νυφικές στολές. Το έθιμο των «νυφάδων», για το οποίο υπάρχουν περιγραφές μέχρι τη δεκαετία του 1920, δεν έχει επιβιώσει στις μέρες μας. Θυμίζει ανάλογο έθιμο στη Νάουσα της Ημαθίας. Εκεί οι νέοι ντύνονται με παραδοσιακές τοπικές στολές και κατάλληλες προσωπίδες, «μπούλες» (δηλαδή, νύφες) και «γενίτσαροι», συγκροτούνται σε ομάδες και γυρίζουν την πόλη χορεύοντας κάτω από τους ήχους ζουρνάδων και νταουλιών.

Οι Σκυριανές αποκριές, εκτός από τις παραδοσιακές εκδηλώσεις των μεταμφιεσμένων σε «γέρους», «κορέλες» και «φράγκους», έχουν και μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή. Στήνονται πρόχειρες υπαίθριες θεατρικές παραστάσεις και απαγγελίες σατυρικών στίχων, από ερασιτέχνες ποιητές και ηθοποιούς. Το έθιμο αυτό φαίνεται ότι έχει μακρύτατες χρονικές ρίζες στη Σκύρο. Η αποκριάτικη σάτιρα εκφράζεται με δύο τρόπους: α) από ομίλους σε στυλ θιάσου και β) από μεμονωμένους ρήτορες και ποιητές, δίχως μόνιμα έργα αλλά κάθε χρόνο με σχολιασμό επίκαιρων και καυτών θεμάτων της Σκυριανής ζωής και όχι μόνο.

Την Καθαρή Δευτέρα σχεδόν όλοι οι Σκυριανοί, ντυμένοι με παραδοσιακές τοπικές στολές, κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού, τραγουδούν και χορεύουν Σκυριανά τραγούδια. Είναι μια καλή ευκαιρία να δει κανείς τους ντόπιους χορούς.

ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΑ ΕΘΙΜΟΥ

Η κύρια λαϊκή εξήγηση του εθίμου είναι πως ο «γέρος» ντύνεται έτσι σε ανάμνηση ενός τσοπάνη που έχασε όλα του τα πρόβατα απ’ τη βαρυχειμωνιά κι αφού τα έγδαρε, ήρθε στο χωριό τον καιρό της αποκριάς ζωσμένος στη μέση με τα κουδούνια και τα δέρματά τους για να διαλαλήσει το νέο, μαζί με την κουρελιασμένη γυναίκα του («κορέλα»). Την εξήγηση αυτή αναφέρει ο Δ. Παπαγεωργίου, αλλά και ο λαϊκός αφηγητής Ανέστης Φραγκούλης, όπως την άκουσε απ’ τους παλιότερους. Η ακούσια αυτή παράσταση φαίνεται πως εντυπωσίασε τόσο πολύ τον κόσμο, ώστε στις αναμνηστικές επαναλήψεις, τα επόμενα χρόνια, γινόταν όλο και πιο φροντισμένη, ώσπου καθιερώθηκε σαν αποκριάτικο έθιμο.

Παλιότερα υπήρχε άλλη μία λαϊκή ερμηνεία που ανέφερε, πως το ζευγάρι κρατάει από πολύ παλιά και προέρχεται απ’ τη Κωνσταντινούπολη. Η διήγηση λέει πως την παλιά εποχή ξεπεσμένοι και άτυχοι άνθρωποι αναγκάζονταν να ζητιανεύουν μασκαρεμένοι, ιδίως τις αποκριάτικες νύχτες, κάτω απ’ τα ψηλά και κλειστά παλάτια των αρχόντων, που βούιζαν απ’ το γλεντοκόπημα και πως για ν’ ακουστούν μέσα στο θόρυβο του γλεντιού, χτυπούσαν τα κουδούνια που έφερναν μαζί τους

Υπάρχουν και άλλες ερμηνείες του εθίμου λιγότερο πιστευτές που κάνουν αναφορά σε Διονυσιακές λατρείες και μύθους ή ακόμα και στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας στην προϊστορική σύγκρουσή των αιγοτρόφων φυλών με τους γεωργούς – βοοτρόφους. Ερμηνείες αβάσιμες, μύθοι, δίχως ερίσματα.

Όλες οι σχετικές ερμηνευτικές προσπάθειες όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο, την παλαιότητα του εθίμου.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Κουδουνοφόροι μασκαράδες εμφανίζονται και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας. Ιδίως σε ποιμενικούς τόπους, Θεσσαλία, Μακεδονία («μπαμπόγεροι», «λογκατσάρια», «μέριο» ) αλλά και στη Χίο, Σμύρνη και αλλού. Μολονότι το έθιμο των κουδουνοφόρων δεν φαίνεται να υπάρχει μόνο στη Σκύρο, είναι ένα από τα σπάνια αποκριάτικα έθιμα, μοναδικό στην μορφή, που διατηρήθηκε για μακρύ χρονικό διάστημα στη Σκύρο και προκάλεσε πολλές συζητήσεις.
Η ξεχωριστή μορφή των «γέρων» της Σκύρου, επέσυρε από νωρίς την προσοχή πολλών ντόπιων και ξένων παρατηρητών. Τα κείμενά τους προσφέρουν μια ολοκληρωμένη αναπαράσταση για την αποκριάτικη γιορτή και τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών της, όπως την είδαν εδώ και πάνω από έναν αιώνα.

Η παλιότερη περιγραφή της Σκυριανής αποκριάς και των «γέρων» είναι του J.C. Lawson, εταίρου της Βρεταννικής Σχολής Αθηνών, που βρέθηκε στη Σκύρο την αποκριά του 1900, παρακολούθησε το «παράδοξο θέαμα» και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στο ετήσιο δελτίο της Σχολής. Περιγράφει το «γέρο» και τα κουδούνια του με λεπτομέρειες, χωρίς να αναφέρει καθόλου «κορέλες» και «φράγκους». Θεωρεί το έθιμο παλαιότατο και κάνει υποθέσεις για την καταγωγή του από «βακχικό ή άλλο θρησκευτικό όργιο».

Η δεύτερη περιγραφή είναι σχεδόν ταυτόσημη χρονικά με του Lawson και προέρχεται από το Σκυριανό σχολάρχη Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, που δημοσίευσε το 1901 τη μελέτη του «Η νήσος Σκύρος». Σ’ αυτήν αναφέρεται στα ντόπια αποκριάτικα έθιμα, μιλάει για το «γέρο», όπως τον έχουμε ήδη περιγράψει και για τις «νύφες», που τις συνοδεύει ο «γενίτσαρης», τις οποίες όμως δεν ταυτίζει με τις «κορέλες». Επίσης γράφει για διάφορες άλλες αποκριάτικες μασκαράτες (κοσκινάδες, γιατροί, γύφτοι) χωρίς να μνημονεύει το «φράγκο» ή την ενότητα της ομάδας που αναφέραμε.

Το Μάρτιο του 1905, ένας άλλος εταίρος της Βρετανικής Σχολής Αθηνών, ο Richard Dawkins, οδηγημένος από την περιγραφή του Lawson, πήγε ειδικά στη Σκύρο για να μελετήσει το αποκριάτικο έθιμο. Τις εντυπώσεις του τις δημοσίευσε στο δελτίο της Σχολής. Η περιγραφή του είναι λεπτομερής και προσεκτική. Μας δίνει μια πιστή εικόνα της μασκαρεμένης τριάδας και ιδίως του «γέρου». Για την ερμηνεία του εθίμου σημειώνει απλώς σαν «λαϊκή εξήγηση», την παράδοση του κατεστραμμένου μισότρελου τσοπάνη που φορτώθηκε τα κουδούνια των χαμένων προβάτων του.

Την ίδια εποχή (1905-1906) επισκέφθηκε τη Σκύρο ο Γερμανός αρχαιολόγος καθηγητής Karl Fredrich. Αναφερόμενος στις παραδοσιακές τοπικές γιορτές, μνημονεύει και τα αποκριάτικα έθιμα. Περιγράφει με συντομία την τριάδα «γέρου», «κορέλας» και «φράγκου» και χωρίς να προχωρεί σε ερμηνείες υπενθυμίζει την πιθανή σχέση ανάμεσα στο γυναικείο ντύσιμο των αγοριών και στη γνωστή μυθολογική μεταμφίεση του Αχιλλέα.

Τα άρθρα του Lawson και του Dawkins, διάβασε ο Σκυριανός γυμνασιάρχης και ιστορικός Δημήτριος Παπαγεωργίου, που δημοσίευσε το 1910 μια μελέτη για τις Σκυριανές αποκριές στο περιοδικό «Λαογραφία». Βρίσκει την ευκαιρία να σημειώσει τα σφάλματα και τις παρεξηγήσεις που ήταν φυσικό να κάνουν οι ξένοι επισκέπτες, αφού για πρώτη φορά αντίκριζαν το θέαμα. Εξιστορεί τις αποκριάτικες συνήθειες, όπως τις έζησε κι ο ίδιος, αποκρούει ανεπιφύλακτα την υπόθεση του χορού των ζώων και την προσθήκη του «φράγκου» στην αρχική δυάδα και επαναλαμβάνει τις άλλες αποκριάτικες μεταμφιέσεις («νύφες»,«φουστανελάδες», «γενίτσαροι», κλπ.). Ο Παπαγεωργίου, δίνοντας τη δική του περιγραφή, διαπιστώνει πως δύο είναι οι κύριοι τύποι της αποκριάτικης μασκαράτας στη Σκύρο. Ο πρώτος περιλαμβάνει τις «νυφάδες», που τις προστατεύει ο «γενίτσαρης»· ο δεύτερος τύπος περιλαμβάνει τις ομάδες των «γέρων» με τις «κορέλες». Ο Παπαγεωργίου αναφέρεται και στις δύο λαϊκές εξηγήσεις που κυκλοφορούσαν στην εποχή του.

Στα νεότερα χρόνια πλήθυναν οι αναφορές στις Σκυριανές αποκριές και έχουμε αρκετές περιγραφές και ερμηνείες. Παράλληλα μια σειρά άρθρων σε εφημερίδες, κινηματογραφικών ταινιών μικρού μήκους – σημειώνουμε το ντοκιμαντέρ «Ο χορός των τράγων της Σκύρου» του Παντελή Βούλγαρη – και τηλεοπτικών προβολών (αφιερώματα σε εκπομπές της ΕΡΤ), πέτυχαν μια εντυπωσιακή παρουσίαση της Σκυριανής αποκριάς στο ευρύτερο ελληνικό κοινό.

Συμπερασματικά, η μοναδική αυτή τριάδα μεταμφιεσμένων, προσδίδει κύρος, αναδεικνύωντας το νησί της Σκύρου και τους ανθρώπους της και είναι άξια αναφοράς, αναπαράστασης, διάσωσης και διάδοσης.

 

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
http://www.eviaportal.gr/euboea_content.asp?ID=28918#sthash.bBLRCAtF.dpuf

Σχολική μελέτη του εθίμου της σκυριανής αποκριάς


Ξ. Αντωνιάδης: Ένα παράδοξο αποκριάτικο έθιμο στη Σκύρο (Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών – Τόμος ΙΣΤ, Αθήναι 1970)
(αναδημοσιεύεται στο βιβλίο «Σκυριανά Ανάλεκτα» – Αθήνα 1995)
Ξ. Αντωνιάδης: Η σκυριανή αποκριά (Περιοδικό «Ζυγός» – Τεύχη 1-17/202/1978) (αναδημοσιεύεται στο βιβλίο «Σκυριανά Ανάλεκτα» – Αθήνα 1995)
Ξ. Αντωνιάδης: Η Σκύρος στους περιηγητές και γεωγράφους (Έκδοση Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών – Αθήναι 1977)
Χαρά Κουλεντιανού: Απόκριες στη Σκύρο – Ο χορός των τράγων (Περιοδικό «Ταχυδρόμος» – Τεύχος 652/25-2-1967)
Χαρά Κουλεντιανού: The goat-dance of Skyros (Αθήνα 1977) (στα Αγγλικά)
Μ. Κωνσταντινίδης: Η νήσος Σκύρος (Αθήναι 1901)
Δ. Παπαγεωργίου: Αι Απόκρεω εν Σκύρω (Περιοδικό «Λαογραφία» –Τόμος Β΄, 1910)
Νίκη Πέρδικα: Σκύρος (Αθήνα 1940)
Β. Περσείδης: Το σκυριανό δημοτικό τραγούδι (Έκδοση Συλλόγου Σκυριανών – Αθήνα 1994)
Κ. Φαλτάϊτς: Ναοί και λατρείαι του Διονύσου εν Σκύρω (Αθήναι1939)
Μ. Φαλτάϊτς: Το καρναβάλι της Σκύρου και η καταγωγή των Απόκρεω (Περιοδικό «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» – Αθήνα 1972)
Μ. Φαλτάϊτς: Λαϊκό θέατρο και αποκριάτικη σάτυρα στη Σκύρο (Αθήνα 1973)
Α. Φραγκούλη: Σκυριανοί αντίλαλοι (Σκύρος 1954)

Οι φωτογραφίες και τα βίντεο ανήκουν στους δημιουργούς τους αποκλειστικά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

3 × five =