Laudatio στην τέχνη του χορού

18 Δεκεμβρίου 2018 · Leave a Comment 5

Laudatio* στην τέχνη του χορού

«…Γιατί χορός είναι η ίδια η ύπαρξη της ταύτοτητάς μας και της κοινωνικής μας υπόστασης: γάμος, γλέντι, θεϊκή λατρεία και μεταφυσική αγωνία, νεκρική ακολουθία, νίκη ενός πολεμιστή, πόνος μιας μάνας για το νεκρό παιδί της, γέννηση ενός παιδιού, μετάβαση στην ενηλικίωση»

Ανέκαθεν η ζωή του ανθρώπου χαρακτηριζόταν από την αναγκαιότητα του Άχρηστου. Η Ποίηση, ηΖ ωγραφική, η Γλυπτική, η Μουσική, ο Χορός δε μας χορταίνουν, ούτε μας ξεδιψούν, δε μας δροσίζουν το καλοκαίρι, ούτε μας ζεσταίνουν το χειμώνα. Κι όμως, τυχαίνει αυτά τα «άχρηστα πράγματα» να ενυπάρχουν σε κάθε έκφανση της ζωή μας..

Έτσι, λοιπόν, κι ο Χορός, αποτέλεσε μία από τις επτά τέχνες των αρχαίων Ελλήνων. Πρόκειται για μία μορφή καλλιτεχνικής και αθλητικής έκφρασης, η οποία αναφέρεται στην κίνηση του σώματος, συνήθως ρυθμική και σύμφωνη με τη μουσική. Ο χορός είναι η τέχνη που επιτρέπει στον άνθρωπο να γυμνάζεται, να διασκεδάζει αλλά πρωτίστως να εκφράζεται μέσα από αυτήν. Είναι, με άλλα λόγια, η ποίηση του σώματος, η κάθετη έκφραση οριζόντιων μύχιων επιθυμιών που πολλές φορές τα βήματα εκφράζουν καλύτερα από τα λόγια. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο Nietzsche δηλώνει ότι «θα πίστευα μόνο σε έναν Θεό που ξέρει να χορεύει».

Για τους αρχαίους Έλληνες, χορός, μουσική και ποίηση ήταν ένα ενιαίο σύνολο όπου μέλος, λόγος και κίνηση λειτουργούσαν μαζί ρυθμιζόμενα από ένα κοινό μέτρο. Από τότε δεν εκλαμβανόταν απλώς ως ένα σύνολο κινήσεων του σώματος, αλλά ως μια αξία ενταγμένη σε ένα δεδομένο πλαίσιο, μία χορευτική περίσταση όπου τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται είναι πολύ περισσότερα από τους ίδιους τους χορευτές. Όπως ένας ζωγραφικός πίνακας θέλει καμβά και πινέλα, έτσι και στο χορό οι κινήσεις είναι οι πινελιές κάθε χορευτή για να συνομιλήσει με τους Άλλους.

Από την Ιλιάδα του Ομήρου (Σ490: Και αγόρια κει στριφογυρνούν εις τον χορόν τεχνίτες, καλοί, κιθάρες αντηχούν στην μέσην και οι γυναίκες ολόρθες εις τα πρόθυρα θωρούσαν κι εθαυμάζαν) εως τον εθνικό μας ύμνο (Ύμνος εις την Ελευθερίαν, 83, Στη σκιά χεροπιασμένες /στη σκιά βλέπω κι’ εγώ/Κρινοδάκτυλες παρθένες/ Όπου κάνουνε χορό) και από τους Βατράχους του Αριστοφάνη (Ο χορός των Μυστών: Ω Ίακχε, είναι χορός παιχνιδιάρης όλος ιερότητα, αγνότητα, χάρη) εως τον Χορό μιας Γυναίκας, όχι Νέας του Γ.Ρίτσου (Θυμάμαι πως είμαι ξυπόλυτη. Αυτό μου δίνει την αίσθηση του χορού. Χορεύω στον αέρα. Κοίτα) το μοτίβο του χορού δικαιολογημένα κατέχει εξέχουσα θέση.

Πρόκειται για μια μικρή δόση τρέλας, τόση ώστε να ξεφεύγουμε από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Είναι το κανάλι για επικοινωνία με τους Άλλους, η κρυμμένη γλώσσα της ψυχής, που ενώνει ανθρώπους όταν η γλώσσα στέκεται αδύναμος επικοινωνιακός κώδικας. Είναι η σιωπηλή ποίηση όπου δέκτης γίνεται ο ίδιος μας ο εαυτός  και μας κάνει να κινούμαστε αέναα στο χώρο χωρίς λόγο –ή απλώς επειδή είμαστε ενθουσιασμένοι, πληγωμένοι,θυμωμένοι, ερωτευμένοι-.  Είναι η ίδια η ύπαρξη της ταύτοτητάς μας και της κοινωνικής μας υπόστασης: γάμος, γλέντι, θεϊκή λατρεία και μεταφυσική αγωνία, νεκρική ακολουθία, νίκη ενός πολεμιστή, πόνος μιας μάνας για το νεκρό παιδί της, γέννηση ενός παιδιού, μετάβαση στην ενηλικίωση αποτελούν περιστάσεις συντροφευμένες από το χορό σε οποιαδήποτε εποχή, σε οποιοδήποτε έθνος.

Διότι υπάρχουν σύντομοι δρόμοι για την ευτυχία στη ζωή μας, κι ο χορός είναι αδιαμφισβήτητα ένας από αυτούς.

Λαμπρογεώργου Μάγδα

(Laudatio =  Εγκώμιο)


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

two + seventeen =

loading...