ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΓΗΣ (Διήγημα)

16 Ιουνίου 2019 · Leave a Comment Like

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΓΗΣ

                                                                                                                                                         Σφακιά 1943

Κάλιο να άνοιγε η γης να την καταπιεί παρά να ακούσει αυτά τα μαύρα μαντάτα η κυρά Πελαγία. Ήταν μόλις ψες την αργαντινή όταν ο γιός της ο Δήμος την αποχαιρέτησε γιατί ο σύνδεσμος τον είχε καλέσει στο Κάιρο για να του δώσει εντολές. Μα οι Γερμανοί είχαν πιάσει τον φίλο του το Λαζαράκο, τονε βασάνισαν και τους τα είπε όλα. Πριν τρεις ημέρες ο Δήμος, ο Λάζαρος και άλλοι 10 πατριώτες, έκαμαν το σαμποτάζ στους ντουχιουμάνους Γερμανούς που μετέφεραν με τα φορτηγά, όπλα στο χωριό . Είχαν γεμίσει ένα σημείο έξω από το χωριό με βόμβες και ανατίναξαν τα φορτηγά. Οι στρατιώτες ήθελαν να κάψουν το χωριό για τα αντίποινα αλλά τελικά έπιασαν το Λαζαράκο τον βασάνισαν και το τρυφερό κορμάκι του 25χρονου δεν άντεξε και μίλησε. Κυριακή μετά την εκκλησία η κυρά Πελαγία έμαθε τα μαντάτα από το νεωκόρο τον πατέρα του Λαζαράκου τον Κυρ Ανδρέα. 

-Είντα πες μωρε? Φώναξε του νεωκόρου πιάνοντας τον από τα πέτα του γκρίζου σακακιού του. Είσαι σίγουρος? 
-Μακάρι να σφάλω κυρά Πελαγία  μου. Μα κι ο Λαζαράκος μου… Κι αυτός αιχμάλωτος είναι. Είπε με τρεμάμενα χείλια και ξέσπασε σε λυγμούς. 
-Σώπα μωρέ Αντρέα! τον μάλωσε η Πελαγία. Δεν θα λυγίσουμε.                                                       

-Ποιος όμως γνώριζε το σχέδιο τους? Ποιος τους ξεσκέπασε?                                                                               

 -Αλίμονο στον καταραμένο που έγινε η αιτία να κλάψω το παιδί μου! Αλίμονο! Έχασα άντρα από βόλι Γερμανού, τώρα το παιδί μου? Φώναξε η μάνα και πήρε όρκο να τονε βρει και να τονε διαγουμίσει.

Τρεχάτος μόλις έβγαλε τα άμφια ,έτρεξε κοντά τους ο παπα Φώτης .
-Της είπες το μαντάτο? Ρώτησε τον κυρ Ανδρέα. 
-Ναίσκες Παπά μου. Απάντησε εκείνος γιομάτος λύπη.
-Κουράγιο παιδιά μου. Ο Θεός είναι μεγάλος. Είπε εκείνος δείχνοντας τον ουρανό.
-Όχι παπά μου. Μόνο αν ο Θεός αναστηθεί θα είναι μεγάλος. Ο Θεός παπά μου είναι η Ελλάδα και αυτή τη διαφεντεύουν άλλοι. Μη μου μιλάς λοιπόν για το Θεό. 

Έκανε η Πελαγία αγανακτισμένη και ο παπάς της έκλεισε με το χέρι του το στόμα.
-Μη λες τέτοια Πελαγία! με τον θεό προστάτη θα αναστήσουμε την Ελλάδα. Θα αναστήσουμε την Κρήτη δεν θα του περάσει του ντουχιουμάνη!
-Σχώρα την παπα Φώτη. Είπε με τρεμουλιαστή φωνή ο Ανδρέας, μάνα είναι, δεν κατέχει τη λέει. 
Και έσιαξε τα στραβά γυαλιά του πάνω στη μικρή μύτη του.
Η Κυρα Πελαγία έβγαλε το τσεμπέρι της και άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της από τη μάνητα. 
-Σκυλιά! Φώναξε και δεν μπορούσαν να την ηρεμήσουν ούτε οι Άγγελοι, ούτε οι αρχάγγελοι, ούτε η Παναγία μέσα στο ναό.
-Θα βρω τον προδότη και θα δώσω εγώ το δίκιο. Δεν περιμένω από τον Θεό! 

Και τρέχοντας έφυγε από την εκκλησία για το διοικητήριο να μάθει περισσότερα χαμπέρια.
Στο δρόμο προς το διοικητήριο την πρόφτασε τζιρίτι ή Θεανώ. Η αρραβωνιαστικιά του. 
-Κυρά Πελαγία! Έμαθα άγρια μαντάτα. Είντα είναι αυτά που είπε ο νεωκόρος ?
-Αλήθεια είναι Θεανώ μου, αλήθεια. Ο γιος μου και αρραβωνιάρης σου κινδυνεύει να εκτελεστεί. 

Η Θεανώ ξέσπασε σε κλάματα. Τα γαλάζια της ματάκια έγιναν τόσο υγρά από τα δάκρυα σαν θάλασσες και φουρτούνιασαν αφήνοντας τα δάκρυα να κυλίσουν στα ροδομαγουλα της. 
-Συμφορά μου. Μα ποιος το είπε? Ποιος το κάτεχε! Φώναξε γεμάτη υστερία.
Η Πελαγία χάιδεψε τα μεταξωτά μαύρα μαλλιά της και βύθισε το βλέμμα της στο δικό της.
-Το ήξερες εσύ ,έτσι δεν είναι Θεανώ?
-Ναι το ήξερα, απάντησε η Θεανώ έχοντας τα χαμένα. Και συνέχισε: Αλλά τι σχέση έχω εγώ?

Η Πελαγία  δεν μίλησε. Κατέβασε το κεφάλι,                                                                                                             

-κάποιος άλλος εκτός από σένα? Προσπάθησε να θυμηθείς .
-Κάποιον υποπτεύομαι αλλά άσε κυρά Πελαγία να το σιγουρέψω. Σε παρακαλώ.
-Όποιος κι αν είναι μη τον καλύψεις . Αυτός σου σκότωσε τα όνειρα σου. Σου πήρε αυτόν που αγάπησες. Μ’ακούς! Φώναξε τώρα η Πελαγία ταρακουνώντας την από τους ώμους. 

Η Θεανώ έφυγε τρομαγμένη και η Πελαγία στάθηκε μπροστά στους δυο βιγλάτορες του διοικητηρίου. 
-wer bist du was willst du (Ποια εισαι? Τι θες εδώ?)
Της είπε επιτακτικά ο ένας φρουρός
-hier weglassen (φύγε από εδώ!) 
Φώναξε ο δεύτερος

-Σας παρακαλώ, συνέχισε η Πελαγία ικετευτικά που δεν καταλάβανε τη γλώσσα τους, Είναι ο γιός μου εδώ. Δήμος…. Δήμος Γρυλλάκης . 

Στο άκουσμα του ονόματος οι δυο φρουροί κοιτάχτηκαν και την άφησαν να μπει γελώντας ειρωνικά.
-Ανάθεμα σας κτήνη. Έρχεται το τέλος σας. Μονολόγησε  και πέρασε μέσα.                                             

Την οδήγησαν στο κατώι του σπιτιού, ένα κρύο βρώμικο μέρος όπου το χρησιμοποιούσαν για τόπο βασανιστηρίων. Αλυσίδες κρεμασμένες, τανάλιες βουτηγμένες στο αίμα , σφυριά και σπασμένα δόντια. Άραγε το δικό της το γιό έγδερναν σε εκείνο το σημείο? Έπειτα Κάγκελα, και πίσω από αυτά ο γιος της και ο Λαζαράκος. αγνώριστοι από το άλικο χρώμα του αίματος στα κορμιά τους. Ήταν αδύναμος πολύ αλλά μόλις είδε τη Μαριώ πήρε θάρρος. 
-Μάνα ήρθες? Σε άφησαν να μπεις? 
-Ναι . 
Είπε εκείνη δακρύζοντας στη θέα του παιδιού της
-Πως ήσουν Δήμο, Αστέρι της χάρης ήσουν, το ίδιο το μεράστρι ,ο ήλιος μου. Και πως μου έγινες παιδί μου έτσι?
Δεν άντεξε και ξέσπασε στα κλάματα. Τα μάθια της βρύσες ανοιχτές δεν μπορούσαν να στερέψουν πια. 
Έβαλε τα χέρια της μέσα από τα κάγκελα, και αγκάλιασε το μοναχοπαίδι της, του φιλούσε τα χέρια, τα μαλλιά, έπαιρνε τη μυρουδιά του κι εκείνος δεν άντεξε… Όσο λεβέντης κι αν ήταν, η ιδέα του θανάτου τον πάγωνε και έκλαψε πικρά.
-Θα βρω ποιος το έκανε… ψιθύρισε στο αυτί του. Θα τονε βρω κι αλίμονο του.
-Δεν αλλάζει κάτι μανά…. Ψιθύρισε και ο Δήμος . Μόνο τη Θεανώ… Προστάτεψε τη Θεανώ
-Αλλάζει. Για μια μάνα αλλάζει. Αφού ο Θεός δεν δίνει δικαιοσύνη, μια μάνα κρητικιά ειδικά, πρέπει να δώσει . Είπε αποφασιστικά και έπειτα ξέσπασε πάλι σε λυγμούς. 
-Θα πάω τώρα μέσα να παρακαλέσω, δεν μπορεί, θα καταλάβουν μια μάνα. Είπε απελπισμένα
-Όχι μάνα δεν θα καταλάβουν. Θα χαίρονται τα κτήνη καθώς θα σε θωρούν να σέρνεσαι στα πόδια τους και θα σε πετάξουν έξω. Να ξέρεις και το είπα και στους άλλους, αν αποφασίσουν να μας σκοτώσουν θα τους θωρούμε μέσα στα μάθια. Να μας θυμούνται. Να ξέρουν ότι και νεκροί θα τους κυνηγάμε.

Αναρίγησε ολόκληρη η Πελαγία. Είχε δίκιο ο Δήμος. Πρέπει να τους κάνουμε να πιστεύουν ότι δεν υπολογίζουμε τον θάνατο. Ότι είναι ένα τίποτα. Όπως έκαμαν οι πρόγονοι μας το 1889. Ελευθερία ή Θάνατος? Όχι. Ελευθερία και Θάνατος. Μόνο έτσι όταν δεν υπολογίζεις τον θάνατο, σε υπολογίζουν. Αυτή η σκέψη την έκανε να ανατρανίσει και με ένα τελευταίο φιλί, τον άφησε και ανέβηκε τα σκαλιά του κελαριού με τον Γερμανό βιγλάτορα.

Δεν θα είχε νοιώσει ικανοποιημένη αν δεν έβλεπε να βγαίνει από το αρχηγείο χαμογελώντας ο Μανούσακας Γεράκης. Σα να της έδειξε μια μικρή εύνοια ο Θεός και είχε αυτό το τρομακτικό αντάμωμα. Ο Μανούσακας Γεράκης ήταν ο πατέρας της Θεανώς. Και αφού η Θεανώ ήταν η μόνη που το ήξερε, άρα το είπε στον δοσίλογο πατέρα της. Βγήκε λοιπόν και άρχισε να τον ακολουθεί κατανότο, το μονοπάτι την οδήγησε στο σπίτι του. Εκείνος σήκωσε άνοιξε εύκολα την ξύλινη βαμμένη μπλε πόρτα και μπήκε ήρεμος.

Η θεανώ του ετοίμαζε να φάει, γεμάτη πίκρα με τα δάκρυα να κυλούν σαν καταπότες . Εκείνος έβγαλε το σακάκι το, το έριξε στο κλινάρι και έκατσε στο τραπέζι.
-Γιάντα κλαίς? Της είπα άγρια.
-Για την τύχη μου. Είπε εκείνη σκουπίζοντας τα μάθια της με την ανάστροφη του χεριού της.
– Ποια τύχη σου? Τι σου λείπει? Όλα τα έχεις, Μέσα στο πόλεμο και την κατοχή εσύ ζεις πριγκίπισσα. 
-Πατέρα η μητέρα πέθανε με μεγάλωσες εσύ και σε ευχαριστώ δεν μου έλειψε τίποτα. Μα… Να, είπα κι εγώ να παντρευτώ, να δεις και αγγόνια να χαρείς και η ζωή τα έφερε ανάποδα.
-Λες για το Δήμο. Ας πρόσεχε. Κι εγώ  δεν λυπάμαι? Όσο δεν το βάνει ο λογισμός σου. Αλλά όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι όρνιθες . Τι να κάνουμε? Κατοχή μαθές
-Σταμάτα να είσαι σκληρός πατέρα. 
-Σκληρός? Φώναξε χτυπώντας το λιπόσαρκο χέρι του στο τραπέζι. Σκληρός ? Χάρη σε μένα ζεις. Αυτό να θυμάσαι μόνο. 

Την επόμενη μέρα το πρωί ήρθε το μαύρο μαντάτο. Φόρτωσαν τους πατριώτες στο φορτηγό και τους πηγαίνουν στην πλατεία της νέας χώρας για εκτέλεση. Η χαροκαμένη μάνα, να πέσει λιπόθυμη και να κυλιέται στο χώμα. 
-Αχ παιδί μου, Δήμο μου, το στερνό φιλί σου έδωκα εχθές. Αητέ μου, άνοιξε τα φτερά σου και πέτα να σωθείς παλικάρι μου… Αχ ένα παιδί μου έδωσε ο Θεός και τώρα μου το παίρνει πίσω. Είντα λάθος έκαμα να μην το αξίζω?
-Πελαγία σε παρακαλώ λογικέψου! Φώναζε ο Ανδρέας και ρίχνοντάς της νερό στο πρόσωπό συνέχισε
-Κι εγώ χάνω τον Λαζαράκο μου. Σε παρακαλώ πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι. 
Ήταν ξημερώματα όταν στήσανε τους πατριώτες στη σειρά και πήγαν με το μαντήλι να τους κλείσουν τα μάθια, μα κανείς δεν ήθελε. 
-Θωράτε τους στα μάθια ωρε!!! Θα μας αναθιβάνουν ωσάν ήρωες που δεν σκιάζονται και δεν υπολογίζουν το θάνατο. Ελευθερία και θάνατο μωρέ. Θα μας αναθιβάνουν και θα τρέμουν.
-Αrms!(οπλίστε!) φώναξε ο διοικητής 

-markiere es(Σκοπεύσατε)! Σήκωσε το χέρι και οι ανάσες κόπηκαν. Μόνο οι καρδιές ακούγονταν που χτυπούσαν σαν τρελές μέσα στο ψυχρό πρωινό από την αγωνία.
Ξαφνικά μια λεπτή φωνή μέσα από τους πατριώτες ακούστηκε. Ήταν ο Λαζαράκος. Το παιδί που λάτρευε τις μαντινάδες. Τόσο που ακόμα και μέσα στην αγωνία του, έβγαλε και την τελευταία του

<<Ομάδι παν οι κρητικοί πεθαίνοντας στον Άδη,
κι οντέ τους κρίνει ο Θεός δεν βρίσκει τους ψεγάδι>>

-Feuer!(Πύρ!)

Φώναξε ο διοικητής και οι μπαλωθιές έσκισαν την πρωινή ηρεμία και μαζί πήραν και τις ψυχές των αγωνιστών.

Η γης βάφτηκε κόκκινη. Δόθηκαν οι χαριστικές βολές και τα μυαλά χύθηκαν από τα τρυπημένα κεφάλια. Οι στρατιώτες ανέβηκαν στο φορτηγό και σα να μη συμβαίνει τίποτα, έφυγαν για το αρχηγείο. 

Θρήνος και οδυρμός σπάραξε την πλατεία εκείνη τη στιγμή. Ανάμεσα στους χαροκαμένους γονείς, ο Ανδρέας που ήθελε να πεθάνει δίπλα στο γιο του και η Πελαγία που ορκιζόταν εκδίκηση. Η μέρα πέρασε, το δείλι τα παιδιά ήταν θαμμένα και οι ζωντανοί έχυναν στους τάφους τους ρακή όπως το είχαν αντέτι για προσφορά στους νεκρούς. Κι αφού τραγούδησαν θρήνους γύρω από τους τάφους, έφυγαν εξαντλημένοι για τα σπιτικά τους να μαζέψουν τα κομμάτια του ο καθένας. 

Η Πελαγία μπήκε στο στοιχειωμένο πια σπίτι της . Άντρας πεθαμένος, γιος πεθαμένος, δεν είχε τίποτα να χάσει. Άνοιξε το σεντούκι, έβγαλε έξω όλα τα προυκιά της και έπιασε το περίστροφο του μακαρίτη του άντρα της. Κοίταξε ψηλά και το φίλησε. 
-Μανωλιό μου. Πάντα το κρατούσα . Κάποτε θα μου χρειαζόταν. Ξεχύθηκε στα σκοτεινά ,πίσσα σοκάκια των Σφακίων για να τελειώσει την αποστολή της.
Ο Μανούσακας ετοιμαζόταν να κοιμηθεί, έβγαλε τα γυαλιά του από την καμπουρωτή μύτη του, τέντωσε την τριχωτή

του αυτούκλα μήπως ακούγεται ακόμα το κλάμα των χαροκαμένων μανάδων και τον ενοχλήσει και αφού σιγουρεύτηκε, έκλεισε τα μάθια του. Λίγο πριν αρχίσει να ροχαλίζει ένοιωσε την κάνη ενός όπλου στο λιγδιασμένο του κούτελο
-Μπορείς και κοιμάσαι? Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή και εκείνος τινάχτηκε τρομαγμένος σα να τον άγγιξαν με πυρωμένο σίδερο. Προσπάθησε να συνειδητοποιήσει αυτό που έβλεπε. Την Πελαγία  να τον σημαδεύει με το περίστροφο.
-Τι θες από μένα? Ρώτησε τρομαγμένος
-Την αλήθεια. Εσύ μίλησες στους Γερμανούς για το σχέδιο?
-Τι λες? Τρελή είσαι? Της είπε και έπιασε το χέρι της, την αφόπλισε και της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Ζαλισμένη εκείνη ακούμπησε στον τοίχο για να μην πέσει.
-Έχει ο καιρός γυρίσματα… γρύλισε ο Μανούσακας γελώντας χαιρέκακα. 
-Ήρθες να με σκοτώσεις αλλά θα πας κι εσύ σα τον ελαφρόμυαλο το γιο σου.
-Εσύ τα πρόδωσες τα παιδιά? Σκέφτηκες πόσες ζωές πήρες στο λαιμό σου?
-Λίγες. Τίποτα μπροστά σε αυτά που θα πάθαινε το χωριό αν δεν τους έβρισκε. Κι εγώ το σπίτι μου το θέλω γριά. Κατέχεις το? Άμε να σε δω τώρα πως θα με διαγουμίσεις. Έστησα την αυτούκλα μου προχθές το βράδυ κ’ ήκουσα τα καμάρια μας να συζητούν μέσα σ, τσοι τρυφερές τους καληνύχτες, και θωρείς τύχη? ήκουσα και τούτο. Δεν θα έχανα εγώ τη Θεανώ μου επειδή ο γιος σου ήθελε να γίνει ήρωας. Και τώρα σήκω!
Της φώναξε σημαδεύοντας την.
-Θα πάμε στο αρχηγείο. Η μητέρα του ήρωα που θα πεθάνει μαζί του. Και ξέσπασε σε γέλια.
-Γελάς σκύλε, αλλά τη ντροπή σου πώς θα την ξεπλύνεις? Αυτό που έκανες? Πως θα σε αντικρίσει το ίδιο σου το παιδί όταν θα ξέρει ποιον εγκληματία έχει για πατέρα?
-Σκάσε γριά μη με νευριάζεις! Φώναξε και χτύπησε το πόδι του στο δάπεδο
-Όχι δεν σκάω και όσο ζω θα φωνάζω ότι εσύ σκότωσες τα παιδιά των συγχωριανών σου. 
-Μα τω θεώ σκύλα ,εγώ θα σε σκοτώσω και σήκωσε το όπλο. 

Ο πυροβολισμός ξέσχισε την ησυχία της νύχτας. Ο Μανούσακας κοίταξε το περίστροφο… Δεν κάπνιζε. Από πού ακούστηκε η μπαλωθιά και γιατί ένοιωθε πόνο στη μέση του? Τα πόδια του ξαφνικά δεν τον κρατούσαν. Άφησε το περίστροφο να πέσει και γονάτισε. Από πίσω του η Πελαγία είδε τη Θεανώ με τον τσιφτέ να σημαδεύει τον πατέρα της σαν ταύρος μαινόμενος. 

Εκείνος, έπεσε στο δάπεδο μπρούμυτα και με δυσκολία, κοίταξε ψηλά… την κόρη του που τονε σημάδευε.
-Εσύ Θεανώ? Από το χέρι της κόρης μου? Έκανα τα πάντα για σένα. και γρύλισε από τον πόνο.
-Τα πάντα. Σκότωσες τη μάνα μου από το πολύ το ξύλο, σκότωσες το Δήμο , σκότωσες την καρδιά μου και άλλα 10 παιδιά με τις χαροκαμένες μάνες τους. Σκότωσες τα πάντα. Κάθε ένστικτο μου να σε θεωρώ πατέρα. Σε σιχαίνομαι!

Ψόφα! 

Φώναξε η Θεανώ και προσπάθησε να τον αποτελειώσει. Μα δεν πρόφτασε. Η τελευταία μπαλωθιά της Πελαγίας ,του έχυσε τα μυαλά επί τόπου, όπως χύθηκαν του δικού της γιου.

Άφησε το περίστροφο να πέσει, και έμεινε να θωρεί την ξέπνοη Θεανώ που άξαφνα ξέσπασε κλάμα γεμάτο αναφιλητά. Τ’ αποδιαφωτίσματα, βρήκαν τις δυο γυναίκες αμίλητες , να ακουμπά η μια την άλλη στο ακροθαλάσσι και να κοιτάνε με επιμονή κατά το φραγκοκάστελλο.

Λένε πως τέλη Μαΐου με Ιούνιο , κάνουν την εμφάνιση τους οι δροσουλίτες.


Άρθρο – Διήγημα από τον κ. Ανδρέα Αδάλη


 


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

19 + eleven =