Ρωμαίος…αλά Κρητικά….

Όλοι γνωρίζουμε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, πόσοι γνωρίζουμε όμως τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα; Την Ελληνική εκδοχή του έρωτα και του ρομαντισμού; Ένα έμμετρο μυθιστόρημα γραμμένο στην κρητική τοπολαλιά της εποχής του 1669 , εμπνευσμένο από τους ιππότες και τα κάστρα παίρνει σάρκα και οστά χάρη στην πένα του Βιτσέτζου Κορνάρου. Απαγορευμένη αγάπη, εμπόδια, εξορία και φυλακή…αλλά χάπι εντ.

«Του κύκλου τα γυρίσματα π’ ανεβοκατεβαίνουν» μας παίρνουν από  την Βερόνα και μας μεταφέρουν  «εις την Αθήνα που ήτονε της μάθησης η βρώσις και το θρονί της αφεντιάς και ο ποταμός της γνώσης». Στον θρόνο καθόταν ο Ηρακλής και η Άρτεμις. Ο Ερωτόκριτος γιος του καλύτερου  συμβούλου του Βασιλιά , ερωτεύεται την Ρηγοπούλα Αρετούσα ξέροντας ότι αυτός ο έρωτας είναι απαγορευμένος.

Ο Ερωτόκριτος θέλοντας να παρηγορήσει τον πόθο του, βγαίνει τα βράδια και τραγουδάει παρέα με τον μπιστικό του φίλο Πολύδωρο και το λαγούτο του, έξω από το παλάτι. «Σα τραγουδήσει και σαν πει τον πόνο που τον κρίνει θαρρεί πώς γίνεται νερό και τη φωτιά του σβήνει». Η Αρετούσα ερωτεύεται τον τραγουδιστή χωρίς να ξέρει ποιος είναι.  Συμπαραστάτης της και στήριγμα της η Νένα της, η Φροσύνη. Ο Ερωτόκριτος αποφασίζει να φύγει και πηγαίνει στην Εγριπο. Όμως μια ξαφνική αρρώστια του Πατέρα του τον γυρίζει πίσω. Συγχρόνως η Αρετούσα, επισκέπτεται το σπίτι του Ερωτόκριτου και εκεί ανακαλύπτει μια ζωγραφιά της και τα τραγούδια που την οδήγησαν στον έρωτα. Φανερώνεται το μυστικό του Ερωτόκριτου και η Αρετούσα ως ανταπόκριση στον έρωτας της στέλνει ένα καλάθι μήλα.

Ο Βασιλιάς Ηρακλής διοργανώνει κονταροχτύπημα, για το χατίρι της κόρης του και καλεί όλα τα αρχοντοπούλα του γνωστού κόσμου « να κονταροκτυπήσουσι τα δώρα να κερδέσου, να τιμηθούσιν οι καλοί , να ντροπιαστού όσοι πέσου». Νικητής ο Ερωτόκριτος και το έπαθλο ένα στεφάνι πλεγμένο από την Αρετούσα.

Ο Ερωτόκριτος παρακαλεί τον πατέρα του Πεζόστρατο να μιλήσει στον Βασιλιά για τα συναισθήματα που έχει ο γιος του για την Αρετούσα. Ο Βασιλιάς οργίζεται και εξορίζει τον Ερωτόκριτο και βάζει στην φυλακή την Αρετούσα. Το βράδυ πριν χωριστούν βρίσκονται στο παραθύρι της. «Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα; Ο Κύρης σου με ξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα;

Και πως θα σ αποχωριστώ και πως θα σου μακρύνω; Και πως θα ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;» Ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης. « Και βγάνει απ’ το δακτυλί της όμορφο δακτυλίδι , με δάκρυα και αναστεναγμους του Ρωκριτού το δίνει, λέει του να και βάλε το , εις το δεξιό σου χέρι, στη μάχη πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι».

Πέντε χρόνια αργότερα η Αθήνα πολιορκείται από τους Βλάχους. Ο Βασιλιάς Ηράκλης κινδυνεύει να ηττηθεί. Ο Ερωτόκριτος αποφασίζει να γυρίζει πίσω και να αγωνιστεί για τον τόπο του. Όμως , επιστρέφει μεταμφιεσμένος για να μην προκαλέσει την οργή του Βασιλιά. Σε μια μάχη , σώζει την ζωή του Ρήγα Ηράκλη και εκείνος για ανταμοιβή του προσφέρει το χέρι της κόρη του.

Η Αρετούσα αρνείται. Τότε ο Ερωτόκριτος αποκαλύπτεται και τότε ακολουθεί ο γάμος και η άνοδος του Ερωτοκρίτου στον θρόνο.. «Ετουτ’ η Αγάπη η μπιστική με τη χαρά ετελιώθει και πληρωμή στα βασανά μεγάλη τους εδώθει».

Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…


Σημαντηράκη Ελευθερία


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

four × three =