Τα χρόνια πέρασαν, οι πολιτικοί άλλαξαν, οι λαοί αναμείχθηκαν, οι εκάστοτε διοικούντες, διέταζαν ως συνήθως με το φραγγέλιο και οι απλοί άνθρωποι, άλλοτε συμμορφώνονταν , άλλοτε επαναστατούσαν. Μινωίτες, Αχαιοί, Δωριείς, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Άραβες, Σαρακηνοί Γενουάτες, Βενετοί, ΧαΪνηδες , Οθωμανοί,  Έλληνες Χανσενικοί από την Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα φιλοξενήθηκαν στα άγονα χώματα της Σπιναλόγκα και την πότισαν με πόνο, αλλά και ελπίδα για ζωή. Σήμερα, στεκόμαστε με θαυμασμό στα έργα που έμειναν –τείχη, προμαχώνες, εκκλησίες , σπίτια, δρόμοι και λογής, λογής κτίρια,- που μας μεταφέρουν σε εκείνους τους καιρούς και καταγράφουν την ιστορία του νησιού.

Οι ιστορίες όμως των απλών ανθρώπων, οι καημοί τους, τα δάκρυα και οι στεναγμοί, οι θυσίες και οι αγώνες τους για τη ζωή, οι μικρές χαρές και οι ελπίδες δεν γράφτηκαν πουθενά, δεν χαράχτηκαν ανεξίτηλα πάνω στις πέτρες του νησιού.

Το λεπροκομείο παραμένει μια πικρή, πονεμένη ανάμνηση. Το οθωμανικό παρελθόν είναι σαφώς εμφανές. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει είναι το βενετσιάνικο στοιχείο. Το άλλοτε απόρθητο φρούριο της Σπιναλόγκα, υπερήφανο, εκεί στην είσοδο του κόλπου του Κόρφου, εμπνέει δέος και θαυμασμό, αναδεικνύοντας τους όποιους πολιτισμούς που την επηρέασαν. Μοναδική κληρονομιά, λουσμένη στο εκτυφλωτικό φως που αντανακλάται στο γαλάζιο της Θάλασσας, κάτω από τον ηλιόλουστο ουρανό του Μεραμπέλου… της Κρήτης ολόκληρης.

Αντώνης Αλιμπέρτης,  Σπιναλόγκα – Το νησί Των ζωντανών νεκρών 

Σχόλιο του οπισθόφυλλου

Σπιναλόγκα αποκαλούσαν οι βενετσιάνοι την τότε χερσόνησο κολοκύθα μαζί με το σημερινό, ομώνυμο νησάκι. Πιθανόν εκείνα τα χρόνια να ήταν ενωμένα γιατί το σύμπλεγμά τους, μοιάζει περισσότερο με σπονδυλική στήλη και όχι σαν αγκάθι όπως αποδίδεται με την ιταλική φράση “spinalonga”.

Bλέποντας τα   δυο νησιά από την Ελούντα νωρίς το πρωί, πριν φέξει, κατανοείς πως μάλλον οι Βενετσιάνοι εννοούσαν με την έκφραση αυτή τη μεγάλη ραχοκοκαλιά που  σχηματίζεται μπροστά σου. Οπότε η ονομασία αυτή προέκυψε από τη συντόμευση των λέξεων “spina dorsale longa” δηλαδή η μεγάλη ραχοκοκαλιά. Υπάρχει και η άποψη ότι η ονομασία προέρχεται από την παράφραση των ελληνικών λέξεων “στην Ελούντα” “Stinelounda”, που με το χρόνο διαμορφώθηκε σε”stinalonde” και στη συνέχεια “istinalonga” και κατ’ επέκταση Spinalonga. Μια εκδοχή όμως παρατραβηγμένη. Σίγουρα δεν ισχύει .

ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ερχόμενος για πρώτη φορά από τον Άγιο Νικόλαο και φτάνοντας στο σημείο που οδηγεί  στην Ελούντα και στην Πλάκα, έμεινα έκπληκτος έβλεπα το ειδυλλιακό τοπίο που ξετυλιγόταν μπροστά μου. Ο τόπος μαγευτικός έβγαζε μια γαλήνη και ηρεμία.

Χαμηλά, σχεδόν πάνω στη Θάλασσα, τα τουριστικά συγκροτήματα συναγωνίζονται μεταξύ τους σε ομορφιά. Λίγο πιο κει ο Πόρος, ο ισθμός με τους ανεμόμυλους. Στα αριστερά του οι εγκαταλελειμμένες βενετσιάνικες αλυκές, στα δεξιά του η νήσος Κολοκύθα που απλώνει παράλληλα με τη στεριά και με κατεύθυνση νοτο-βορρά τη ραχοκοκαλιά της στο γαλάζιο του κόλπου του Μεραμπέλλου. Εδώ ακριβώς, στον Πόρο, βρίσκεται η αρχαία  “Ολούς” ή “Ολούντα”, βυθισμένη για πάντα -μάλλον λόγο καθίζησης- στη θάλασσα. Πιο πέρα, ανάμεσα στην Κολοκύθα και τη στεριά, ο μικρός κόλπος του Κόρφου ένα φυσικό λιμάνι, προστατευμένο από τις κακοκαιρίες και τα μάτια των εχθρών, με την κατάλευκη σημερινή Ελούντα κτισμένη στο μυχό του.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Πρόκειται για ένα ορεινό νησάκι 85 στεμμάτων, με βραχώδη ασβεστολιθικά πετρώματα. Στο νησί αυτό δεν βρέθηκαν ίχνη από το Μινωικό πολιτισμό, αλλά στην ελληνιστική περίοδο, τότε που η Ολούντα βρισκόταν στο απόγειό της, με ιερό, οργανωμένο λιμάνι και δικό της νόμισμα, πρέπει να δημιουργήθηκαν τα πρώτα οχυρωματικά έργα στο βόρειο-δυτικό τμήμα του νησιού και κατά μήκος της κορυφογραμμής, τα οποία μάλιστα καταπλακώθηκαν από τις επιχωματώσεις που πραγματοποιήθηκαν για την ανέγερση του φρουρίου.

Με την κατάληψη της Κρήτης από τους *Άραβες Σαρακηνούς του Abu Hafs Umar Aysi του Ανδαλουσιανού(827-961) και η επανάκτησή της από τον Νικηφόρο Φωκά, οπότε και περιήλθε στην κυριότητα των Βενετών, η νήσος αλλά και η περιοχή ολόκληρη, περιέπεσαν σε αφάνεια με μόνο λίγες ξεθωριασμένες τοιχογραφίες στον ερειπωμένο ναό του Αγίου Νικολάου να μαρτυρούν την ύπαρξη της Α’ Βυζαντινής περιόδου.

Το 15ο αιώνα οι Ενετοί κατασκεύασαν στα πλούσια σε αλάτι νερά του κόλπου νότια της Ελούντας, τις αλυκές που σώζονται μέχρι σήμερα αλλά φαίνονται πολύ άσχημα σαν έλος. Μέχρι τις αρχές του 16ου αιώνα γινόταν σταθερά η παραγωγή αλατιού και εξαγωγή του στην Ευρώπη, μέχρι που οι επιθέσεις  και λεηλασίες του Έλληνα πειρατή που εξισλαμίστηκε  Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα , καθώς επίσης και η Παραμονή του στο λιμάνι του Κόρφου και η τούρκικη απειλή που γινόταν όλο και πιο αισθητή μετά την κατάληψη της Κύπρου το 1570 τρομοκράτησαν  τους Ενετούς. Θεώρησαν λοιπόν απαραίτητο να οχυρώσουν ολόκληρο το νησί, για να απωθήσουν την τουρκική απειλή και να διατηρήσουν επικοινωνία με την Ασία και τις Ινδίες.  Συνεπώς η Κρήτη και η Σπιναλόγκα, απέκτησαν για αυτούς μεγάλη στρατηγική σπουδαιότητα.

Το 1571 αποφασίστηκε από τους Ενετούς η οχύρωση της Σπιναλόγκας.  Το 1572 άρχισαν να υλοποιούνται. Όμως το  1584,τα αρχικά σχέδια άλλαξαν διότι ο στρατιωτικός διοικητής της Κρήτης Latino Orsini μετά από επίσκεψή του στη Σπιναλόγκα, διαπίστωσε ότι τα οχυρώματα στα χαμηλά σημεία δεν επαρκούν ώστε να κρατήσουν μακριά τον εχθρό, καθώς μπορούσαν εύκολα να προσβληθούν από τα γύρω υψώματα της Κολοκύθας και του Βρουχά. Οπότε κτίστηκε μια  δεύτερη γραμμή οχύρωσης και άμυνας στην κορυφογραμμή.  Στα οχυρωματικά έργα και την ολοκληρωτική κατασκευή του φρουρίου, δόθηκαν ονόματα Ενετών αξιωματούχων που τα σχεδίασαν και τα ολοκλήρωσαν. Εκατοντάδες άνθρωποι, λατόμοι, αρχιτεχνίτες, τεχνίτες, χτίστες, ξυλουργοί, άνθρωποι από τα γύρω χωριά αλλά και από μακριά, (Χάνδακα, Ρέθυμνο, Σητεία, Ιεράπετρα) εργάστηκαν για την ανέγερση στη νήσο με αφάνταστες χρόνιες στερήσεις νερού που κουβαλούσαν από τον ποταμό του Καλού Χωριού. Με αυτό τον τρόπο η μικρή αυτή νησίδα μετατράπηκε σε ένα σημαντικό επιθαλάσσιο οχυρό της Μεσογείου και μάλιστα η ποιότητά του είναι εξαιρετική αφού ο χρόνος δεν φαίνεται να την αλλοιώνει.

Το 17ο αιώνα και μετά την εισβολή των Οθωμανών στην Κρήτη το 1645, έγιναν συμπληρωματικές οχυρώσεις,  ανύψωση των τειχών και κανονιοθυρίδες με αρκετή όμως προχειρότητα, λόγω έλλειψης χρόνου, και οικονομικών δυνατοτήτων. Στο διάστημα της ενετικής περιόδου το φρούριο διοικείτο από ειδικό προβλεπτή , φρούραρχο και αξιωματικούς. Υπήρχαν δημόσια κτήρια, πυριτιδαποθήκες, σιταποθήκες, νοσοκομείο, στρατώνες δεξαμενές όμβριων υδάτων και ανεμόμυλοι.

Όταν σχεδόν ολόκληρη η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων, η Σπιναλόγκα φυγάδεψε Χριστιανούς και επαναστάτες  καθώς επίσης και  όλους τους εργαζόμενους οχυρωματικών έργων, με αποτέλεσμα ο αριθμός των κατοίκων να φτάσει τους 470 και η πόλη να χωριστεί σε επτά συνοικίες με ανάλογες εκκλησίες.

Το νησάκι παραδόθηκε στους Οθωμανούς το 1715, έπειτα από τριών μηνών πολιορκίας , στον Καπουδάν Πασά, με τους όρους της συμφωνίας όπως πάντα να αθετηθούν από τους Τούρκους. Έτσι οι ντόπιοι αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Στα χρόνια που χρειάστηκαν να πέσει στα χέρια των Τούρκων και η Σπιναλόγκα, έβρισκαν καταφύγιο οι  “Χαϊνηδες” , οι κρητικοί επαναστάτες, οι οποίοι ανέβηκαν στο βουνό και άρχισαν το αντάρτικο με συνεχείς επαναστάσεις μέχρι το 1898, που έφυγε και ο τελευταίος Τούρκος.

Στη νησίδα εγκαταστάθηκαν τουρκικές δυνάμεις και αργότερα προστέθηκαν και ορισμένες οικογένειες μουσουλμάνων που επικαλούμενες λόγους ασφαλείας μετακόμισαν και εγκαταστάθηκαν. Τα πάντα ερημώθηκαν, το λιμάνι και όλος ο κόσμος απομονώθηκε τόσο πολύ εντός των τειχών, που δεν είχε επαφή με το γειτονικό κόσμο του Μεραμπέλλου. Μέχρι και οι Ευρωπαίοι περιηγητές  στάθηκε αδύνατον να δουν τη Σπιναλόγκα εκείνα τα χρόνια.

Το 19ο αιώνα ενεργοποιήθηκε το λιμάνι και υπήρξε μεγάλη άφιξη μουσουλμάνων που ζήτησαν προστασία και ασφάλεια πίσω από τα τείχη της νησίδας. Το 1865 δόθηκε από τον Βελή Πασά άδεια εξαγωγικού εμπορίου και έτσι οι νεοφερμένοι αλλά και οι παλαιότεροι, ξεκίνησαν το εμπόριο από το λιμάνι,  που άνθησε και αυξήθηκε σημαντικά μαζί με το λαθρεμπόριο. Οι ναυτικοί και τα επαγγέλματα πολλαπλασιάστηκαν κι έτσι το 1879 ανακηρύχτηκε ανεξάρτητος δήμος με 1.112 κατοίκους. Κατέστει λοιπόν το μεγαλύτερο μουσουλμανικό κέντρο της περιοχής, με απόκτηση τετρατάξιου βασικής εκπαίδευσης Οθωμανικού σχολείου και γυμνάσιο, ενώ εμπορικές εταιρίες εγκατέστησαν εκεί την έδρα τους.

Η ευημερία , έφερε πιο κοντά μουσουλμάνους και χριστιανούς  της περιοχής με αποτέλεσμα οι συναλλαγές τους να πολλαπλασιάζονται.  Οι Τούρκοι έμειναν στη νησίδα 188 χρόνια και για πρώτη φορά σε τόπο δικής τους κατοχής έφεραν ανάπτυξη, κάτι που δεν συνηθίζεται από τον συγκεκριμένο λαό.

Μετά την επανάσταση του 1897 η Σπιναλόγκα έπεσε σε οικονομικό μαρασμό, Πολιορκήθηκε μάλιστα και βομβαρδίστηκε από το πυροβολικό του Καπετάν Αριστοτέλη Κόρακα.  Η ανακήρυξη της κρητικής Πολιτείας το 1898 και η απόφαση του 1903, να εγκαταστήσει στη νησίδα όλους τους λεπρούς του νησιού, ανάγκασε και τους τελευταίους εναπομείναντες Τούρκους, να εγκαταλείψουν τη νησίδα.

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΚΟΜΕΙΟΥ 1904-1957

Οι πρώτοι λεπροί εγκαταστάθηκαν στη Σπιναλόγκα το 1904, όμως το 1913 με την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, άρχισαν να φτάνουν άρρωστοι από τη νόσο του Χάνσεν από όλα τα μέρη της Ελλαδικής επικράτειας αλλά και από το εξωτερικό. Αρχικά η περίθαλψη των αρρώστων ήταν καθαρά τυπική δίχως ιατρικές βοήθειες μιας και ακόμα δεν υπήρχαν οι γνώσεις για την αντιμετώπιση της φρικτής νόσου. Οπότε οι ασθενείς δέχονταν απλώς τις φροντίδες γυναικών που βρίσκονταν εκεί για να βοηθήσουν. Ουσιαστικά βοηθούσαν τους ασθενείς μέχρι να πεθάνουν. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου προσπάθησε να βοηθήσει δίνοντας κάποια επιδόματα τα οποία δυστυχώς δεν ήταν αρκετά αφού το κράτος πνιγόταν από τους πολέμους.

Μέχρι το 1930 χίλιοι περίπου άνδρες και γυναίκες απομονώθηκαν στη Σπιναλόγκα, ζώντας έτσι μακριά από τους δικούς τους, μέχρι να πεθάνουν πάνω στην ξερή και άνυδρη αυτή νησίδα. Οι συνθήκες διαβίωσης  ήταν δύσκολες και ειδικά για όσους βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο της ασθένειας.  Άνθρωποι χωρίς πόδια, ή με ένα πόδι, άλλοι χωρίς χέρια, άλλοι που είχαν χάσει οριστικά την όραση τους και άλλοι τόσο παραμορφωμένοι που δεν μπορούσε κανείς να τους κοιτάξει, ζούσαν στα σπίτια που εγκατέλειψαν οι Τούρκοι.  Φυλακισμένοι σε αυτό το Βενετσιάνικο φρούριο που κάποτε καμάρωναν σαν ένα αριστούργημα αρχιτεκτονικής.  Κάθε τόσο όλο και κάποιος έδινε τέλος στη ζωή του, πηδώντας από τους βράχους και τα τείχη.

 
Στην κοινότητα αυτή, υπήρχε σίγουρα ένα είδος κοινωνικής ζωής. Όσοι μπορούσαν εργάζονταν έστω και με ένα χέρι, είτε βοηθούσαν, είτε έσκαβαν τον κήπο τους, ψάρευαν, διατηρούσαν μαγαζιά και… γλεντούσαν, πήγαιναν σινεμά, ερωτεύονταν , παντρεύονταν και έκαναν υγιή πολλές φορές παιδιά που αφού εξετάζονταν από το γιατρό , δίνονταν σε συγγενείς ή ορφανοτροφεία.  Όλα αυτά βέβαια, όταν ήρθε στο νησί  ο ασθενής Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, τριτοετής φοιτητής της Νομικής, ο οποίος ιδρύει την «Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας» και αγωνίζεται τα χρόνια που ακολούθησαν για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των ασθενών. Μετά το 1938 τα παιδιά στέλνονταν στο Νοσοκομείο λοιμωδών  Νόσων Αγία Βαρβάρα, όπου τους παρεχόταν ιατρική παρακολούθηση μέχρι την ενηλικίωση τους. 
 

Ο Ρεμουνδάκης μεταξύ άλλων της αδελφότητας και με βοήθεια δωρεών, φέρνουν ασβέστη για να απολυμάνουν τα σπίτια και να φύγει η δυσοσμία  και φύτεψαν και δέντρα. Προμηθεύτηκαν ηλεκτρογεννήτρια και η Σπιναλόγκα απέκτησε ρεύμα. χάρη σε αυτή  λοιπόν την αδελφότητα το νησί απέκτησε Θέατρο, κινηματογράφο , καφενείο και κουρείο, ενώ τοποθετήθηκαν μεγάφωνα στο δρόμο που έπαιζαν κλασσική μουσική  Έτσι ήρθε η πρόοδος στη Σπιναλόγκα, όταν στην Πλάκα, φωτίζονταν ακόμα με λάμπες πετρελαίου.  Έπειτα ανατινάχτηκαν τμήματα του βενετσιάνικου τείχους με δυναμίτη για να διανοιχτεί ο βόρειο-Ανατολικός δρόμος που θα επέτρεπε στους ασθενείς να κάνουν το γύρω του νησιού. Αυτό βέβαια προκάλεσε κάποιες καταστροφές.

Είχε φτάσει σε  ένα σημείο το προσωπικό να απαρτίζεται από ένα διοικητικό διευθυντή, ένα γιατρό, λογιστή, νοσοκόμους απολυμαντή, Ιερέα, πλύντριες και δέκα γυναίκες για την περιποίηση των αρρώστων καθώς επίσης και από οκτώ λεμβούχους .Αναφορές ενός θεραπευμένου κατοίκου του νησιού , του Μανώλη Φουντουλάκη μιλούν για ένα νησί που δεν ήταν πια κολαστήριο. Ήταν ένα χωριό εγκλείστων, με τους καλούς, τους κακούς, τους τζαναμπέτηδες και τους ζαμανφουτίστες

Το 1948 ξεκίνησε η Θεραπεία κατά της λέπρας και η εφαρμογή της είχε θετικά αποτελέσματα. Άρχισε η κοινωνική επανένταξη των Χανσενικών ασθενών και το 1957 το λεπροκομείο έκλεισε οριστικά.  Ακολούθησε μια περίοδος από το 1957 έως το 1970 εγκατάλειψής που έκανε το νησί να μοιάζει στοιχειωμένο και πιο λεπρό από ότι ήταν όταν είχε τους κατοίκους του.

Στις μέρες μας η Σπιναλόγκα είναι τουριστικό αξιοθέατο υπό την αιγίδα της 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.


Βοηθήματα:

Αντώνης Αλιμπέρτης Σπιναλόγκα το νησί των <<Ζωντανών νεκρών>>

Victoria Hislop Το νησί

Νικήτας Θεοδωρίδης Ένας λαβωμένος άγγελος   

 Η διαφορά στο βιβλίο της Ηίslop με του Θεοδωρίδη είναι ότι η πρώτη, προσπαθεί να περάσει μέρος της πολιτικής κατάστασης,  αλλά και τους επιστήμονες που φέρνουν το νέο της θεραπείας στο νησί, δηλαδή ένα ρεαλιστικό κομμάτι που γνωρίζουμε, ενώ ο δεύτερος, αναφέρει περισσότερο το θρησκευτικό κομμάτι, ότι μια καθολική μοναχή φέρνει το νέο της θεραπείας στους αρρώστους.     

Άρθρο – αφιέρωμα  από τον κ. Ανδρέα Αδάλη  


                                                                                                                                                                                                                                                                                     


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

8 + 14 =